Υπερχρεωμένα νοικοκυριά - κόκκινα δάνεια - πτώχευση καταναλωτών

poverty ge057ede8f 640Το ΚΕ.Π.ΚΑ. – Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών, από το 2004, είχε θέσει το πρόβλημα της υπερχρέωσης των νοικοκυριών και των συνεπειών τους και είχε ζητήσει τη δημιουργία πτωχευτικού δικαίου καταναλωτών. Ο στόχος ήταν διπλός. Αφενός να βοηθηθούν οι καταναλωτές, που εξ αιτίας κάποιων δυσάρεστων, ή απρόβλεπτων γεγονότων, ή ατυχών επιλογών κινδυνεύουν να χάσουν περιουσίες, να μείνουν χωρίς κατοικία, να έχουν προβλήματα με τη δικαιοσύνη, να ταλαιπωρούνται και να βρίσκονται σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα τον οικονομικό και κοινωνικό τους αποκλεισμό και την αδυναμία επανένταξής τους. Αφετέρου να πιεστούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα να προχωρήσουν, σε υπεύθυνη δανειοδότηση. Ο κίνδυνος απαλοιφής χρεών θα έθετε τις τράπεζες, προ των ευθυνών τους, ώστε να υπάρχει πρόληψη, για την υπερχρέωση νοικοκυριών και των καταναλωτών και να εφαρμοστεί, χωρίς αποκλίσεις και εξαιρέσεις το Σύστημα Συγκέντρωσης Χορηγήσεων, ο λεγόμενος Λευκός Τειρεσίας.

Το ΚΕ.Π.ΚΑ. λοιπόν, ως εμπνευστής και πρωτεργάτης της αρχικής νομοθεσίας του 2010, πίεζε τις διαδοχικές κυβερνήσεις, για τη θεσμοθέτηση «Πτωχευτικού Δικαίου Καταναλωτών», επειδή παρατηρούσαμε την κατακόρυφη αύξηση των δανείων των νοικοκυριών, κάθε χρόνο, στην έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Αγωνιστήκαμε, για 6 χρόνια, για την προστασία των υπερχρεωμένων καταναλωτών και τελικά το 2010, η χώρα μας διέθετε νομική προστασία, για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, με το νόμο 3869/2010.

Δυστυχώς, οι πολλές και υπερβολικές εξαγγελίες τα επόμενα χρόνια, οδήγησαν σε τροποποίηση της αρχικής νομοθεσίας και ουσιαστικά την κατέστησαν ανεφάρμοστη.

Η νομοθεσία για τη ρύθμιση χρεών υπερχρεωμένων νοικοκυριών, που άρχισε να ισχύει από το 2010 (3869/2010) και τροποποιήθηκε αρκετές φορές, αποτελούσε την τελευταία «καταφυγή» κάθε καταναλωτή, που αδυνατούσε να αποπληρώσει τα δάνειά του και τα χρέη του και κινδύνευε να χάσει το σπίτι του. Η νομοθεσία αυτή έδινε μια δεύτερη ευκαιρία, στους υπερχρεωμένους καταναλωτές, ώστε να μην αποκλειστούν, από το οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.

Δυστυχώς, μετά την κατάργηση, από τις 28.02.2019, της δυνατότητας προστασίας της κύριας κατοικίας, που παρείχε ο παραπάνω νόμος, η προστασία του κατέστη ατελής, αφού μπορούσαν μεν να ρυθμιστούν τα χρέη του υπερχρεωμένου καταναλωτή, αλλά αυτός δε μπορούσε να διασώσει την κύρια κατοικία του. Ως υποκατάστατο της ως άνω κατάργησης τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 4605/2019, ο οποίος, με τις διατάξεις των άρθρων 68 έως 83, καθόρισε τις προϋποθέσεις διάσωσης της κύριας κατοικίας, για το περιορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι τις 31.12.2019. Η προθεσμία αυτή εν συνεχεία, παρατάθηκε, έως τις 31/04/2020, οπότε έπαυσε, οριστικά και η δυνατότητα προστασίας της κύριας κατοικίας.

Ο νόμος 3869/2010, για τη ρύθμιση χρεών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, στην αιτιολογική έκθεση , ανέφερε, σαφώς:
“Η εισοδηµατική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραµµατισµοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσµών συµβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέµατα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόµενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόµενες καταστροφικές συνέπειές της. Σηµαντικό µέρος των πολιτών έχει οδηγηθεί σήµερα στη περιθωριοποίηση, καθώς, µη διαθέτοντας σοβαρή αγοραστική δύναµη και δυνατότητα απεγκλωβισµού από την υπερχρέωση, δεν είναι σε θέση να σχεδιάσει τη συµµετοχή του στην οικονοµική και κοινωνική ζωή. Η υπερχρέωση αναδεικνύεται πλέον ως ένα από τα µεγαλύτερα κοινωνικά προβλήµατα και στη χώρα µας και ως σύγχρονο κοινωνικό κράτος δικαίου έχουµε καθήκον να αντιµετωπίσουµε. Κανείς δεν µπορεί πια να αγνοεί την αδήριτη ανάγκη να δοθεί η πραγµατική δυνατότητα στους υπερχρεωµένους καταναλωτές και επαγγελµατίες να πραγµατοποιήσουν πλέον ένα νέο οικονοµικό ξεκίνηµα στη ζωή τους. […]
Η δυνατότητα της ρύθµισης, για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, µε απαλλαγή από αυτά βρίσκει τη νοµιµοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να µην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε µία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν µπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όµως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συµφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά µέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναµη προάγοντας την οικονοµική και κοινωνική δραστηριότητα. […]


Το νοµοσχέδιο δίνει µία ρεαλιστική προοπτική απεγκλωβισµού από τα χρέη σε όλους τους υπερχρεωµένους πολίτες. ∆ιασφαλίζει στα υπερχρεωµένα νοικοκυριά που θα θελήσουν να αξιοποιήσουν τις ρυθµίσεις του σχεδίου νόµου ένα ελάχιστο επίπεδο οικονοµικής διαβίωσης. Με µία πρωτοποριακή ρύθµιση λαµβάνει ιδιαίτερη µέριµνα για τη διατήρηση και προστασία της κύριας κατοικίας των οφειλετών, αφού επιτρέπει σε αυτούς να την εξαιρέσουν από την ρευστοποίηση της περιουσίας τους. Τούτο δε υπό όρους και διαδικασίες που δεν θίγουν τα συµφέροντα των πιστωτών.”

Επομένως, ο πρωτοποριακός αυτός νόμος δε στόχευε, σε μια διευκόλυνση των καταναλωτών, λόγω μνημονίων και μέτρων λιτότητας. Ήταν ένας νόμος, που αντιμετώπιζε, συνολικά, το πρόβλημα της υπερχρέωσης, θέτοντας τις τράπεζες, προ των ευθυνών τους και δίνοντας, στους καταναλωτές, μια δεύτερη ευκαιρία, για επανένταξη, στο οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η Κυβέρνηση εξήγγειλε, περί το Φεβρουάριο του 2019 ότι θα αλλάξει το νομοθετικό πλαίσιο, που είχε καταστεί ατελές, λόγω των αλλαγών, που επέφερε ο ν. 4605/2019. Το ΚΕ.Π.ΚΑ. έθεσε, επανειλημμένως, ενώπιον των αρμοδίων Υπουργών, τις εξής προτάσεις:

  • Η νομοθεσία θα έπρεπε να επαναφέρει τις διατάξεις του Νόμου 3869 / 2010, όπως αυτός ψηφίστηκε και εφαρμόστηκε το 2010.
  • Η νομοθεσία θα έπρεπε να προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια, ώστε να βοηθάει αυτούς, που έχουν πραγματική αδυναμία αποπληρωμής και όχι τους στρατηγικούς οπαδούς του «Δεν πληρώνω».
  • Η νομοθεσία θα έπρεπε να προστατεύει την πρώτη κατοικία του οφειλέτη.
  • Η νομοθεσία θα έπρεπε να προβλέπει και ρύθμιση και «κούρεμα» οφειλών.
  • Η νομοθεσία θα έπρεπε να προβλέπει ένα ισχυρό στάδιο, εξωδικαστικού συμβιβασμού, όπως προέβλεπε ο αρχικός νόμος 3869/2010: «Περί υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» . Στο στάδιο αυτό, θα έπρεπε να περιλαμβάνεται η δυνατότητα πιστοποιημένων Ενώσεων Καταναλωτών να βοηθούν καταναλωτές – οφειλέτες να έρθουν, σε συνεννόηση, με τους πιστωτές τους και να καταστρώσουν ένα υλοποιήσιμο πρόγραμμα αποπληρωμής χρεών.
  • Η διαδικασία θα έπρεπε να είναι απλή και όσο το δυνατόν, με λιγότερα έξοδα, για τον οφειλέτη.
  • Η νομοθεσία θα έπρεπε να προβλέπει τη δυνατότητα του οφειλέτη να αγοράσει το δάνειό του, πριν αυτό πωληθεί σε funds, σε τιμή, που θα είναι ελάχιστα ανώτερη αυτής, που το fund αγοράζει το δάνειό του.
  • Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα έπρεπε να υποχρεωθούν να ορίσουν συγκεκριμένα στελέχη, τα οποία έχουν δικαιοδοσία να ρυθμίζουν και να κουρεύουν οφειλές. Η εμπειρία μας, το 2010, από την εφαρμογή του νόμου, ήταν απογοητευτική, για τη συμπεριφορά των τραπεζών που έκαναν τα πάντα, για να αποτύχει η εφαρμογή της νομοθεσίας.

Η Κυβέρνηση, παρά τις σχετικές εκκλήσεις του ΚΕ.Π.ΚΑ. και όλων των κοινωνικών φορέων, προχώρησε, στις 26/10/2020, στην ψήφιση του νόμου του Υπουργείου Οικονομικών, για τη «Ρύθμιση οφειλών και παροχής δεύτερης ευκαιρίας», χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός θεσμικός διάλογος, με τους κοινωνικούς φορείς, και χωρίς να συγκροτηθεί Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, με τη συμμετοχή του ΚΕ.Π.ΚΑ. και των πιστοποιημένων Ενώσεων Καταναλωτών.

Με το νέο και ψηφισθέντα, πλέον, νόμο, επήλθαν επιγραμματικά οι παρακάτω νομοθετικές ρυθμίσεις:
Α. Τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά δεν εντάσσονται, σε μια ξεχωριστή διαδικασία δικαστικής ρύθμισης χρεών, όπως συμβαίνει, στα περισσότερα ευρωπαϊκά δίκαια αφερεγγυότητας, αλλά ταυτίζονται με τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και εντάσσονται ουσιαστικά, με πολύ μικρές διαφοροποιήσεις, στη διαδικασία της πτώχευσης παραβλέποντας ότι ιστορικά και δικαιοπολιτικά. άλλους σκοπούς εξυπηρετεί η πτώχευση των επιχειρήσεων και άλλους η ρύθμιση των χρεών των νοικοκυριών.
Β. Με τον ως άνω νόμο επιδιώκεται η μέγιστη συλλογική ικανοποίηση των τραπεζών και όχι η προστασία των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των οφειλετών.
Γ. Δεν υφίσταται πλέον καμία προστασία της πρώτης κατοικίας, αντίθετα με το προϋφιστάμενο καθεστώς του αρχικού νόμου 3869/2010, αλλά ακόμη και του ν.4605/2019, με τον οποίο επήλθε η κάμψη της προστασίας της πρώτης κατοικίας.
Δ. Τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, που τίθενται, για το χαρακτηρισμό οφειλετών ως ευάλωτων, αφήνουν εκτός προστασίας μεγάλη μερίδα αυτών.
Ε. Συνίσταται ιδιωτικός Φορέας Απόκτησης και Επαναμίσθωσης ακινήτων, στον οποίο οι πολύ φτωχοί οφειλέτες θα μπορούν να ζητήσουν, μετά την πτώχευση τους, να μεταβιβαστεί η πρώτη κατοικία τους και αφού καταβάλλουν μισθώματα για 12 έτη, θα δύνανται να ανακτήσουν την κυριότητα της κατοικίας τους, καταβάλλοντας, ως τίμημα επαναγοράς, την αξία, που θα έχει η κατοικία, κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω δικαιώματος τους περί επαναγοράς.

Για όλα τα παραπάνω, ο νέος νόμος, ουσιαστικά, καταργεί, ρητά το ν. 3869/2010, δηλαδή το νομοθέτημα το οποίο αποτέλεσε, την τελευταία δεκαετία, τη σημαντικότερη στήριξη και ελπίδα των υπερχρεωμέων νοικοκυριών ότι θα μπορέσουν να εξυπηρετήσουν τα τραπεζικά τους χρέη και να επανενταχθούν, στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Στον ίδιο νόμο περιλαμβάνεται διάταξη, που αφορά την αύξηση των ασφαλίστρων για ορισμένα παλιά συμβόλαια υγείας. Το ΚΕ.Π.ΚΑ. κατανοεί την ανάγκη των ασφαλιστικών εταιρειών, για ρευστότητα, αλλά είναι κάθετα αντίθετο στο να επωμίζονται οι καταναλωτές όλα τα προβλήματα, που προκύπτουν όταν οι εταιρείες αναλαμβάνουν κάποιο επιχειρηματικό ρίσκο. Πιστεύουμε ότι πολλοί καταναλωτές θα αναγκαστούν να ακυρώσουν συμβόλαια υγείας, γιατί θα αδυνατούν να πληρώσουν το αυξημένο ασφάλιστρο, μέσα στην κρίση. Και έτσι, θα μείνουν ανασφάλιστοι, σε προχωρημένη ηλικία, όταν έχουν ακριβώς μεγαλύτερη ανάγκη αυτών των συμβολαίων.

 

 


 Δείτε επίσης

Χρηματοοικονομικά