Δύο χρόνια αδιαφορία των Αρχών για τις πολιτικές εντοπισμού των χρηστών της Google

Πριν δύο χρόνια, στις 27 Νοεμβρίου 2018, επτά Ενώσεις Καταναλωτών – μέλη της BEUC – Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ενώσεων Καταναλωτών (Forbrukerrådet από Νορβηγία, Consumentenbond από Ολλανδία, ΕΚΠΟΙΖΩ από Ελλάδα, dTest από Τσεχία, Zveza Potrošnikov Slovenije από Σλοβενία, Federacja Konsumentów από Πολωνία και Sveriges Konsumenter από Σουηδία) κατέθεσαν καταγγελίες, κατά της Google, για την παραβίαση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων. Το ΚΕ.Π.ΚΑ. – Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών ενημέρωσε, την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και τον τότε Υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης και και τον τότε Γενικό Γραμματέα Καταναλωτή για παραβίαση του Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων από τη Google ενώ ταυτόχρονα εξέδωσε και δελτίο τύπου για να ενημερώσει και τους καταναλωτές.

Η Ένωση Καταναλωτών της Νορβηγίας (Forbrukerrådet), είχε καταθέσει αναφορά, για τις μεθόδους της Google, που αφορούσαν τη συλλογή δεδομένων, για την τοποθεσία των χρηστών. Αυτό συμβαίνει μέσω του “ιστορικού τοποθεσίας” και της “δραστηριότητας διαδικτύου και εφαρμογών” και χρησιμοποιεί διάφορα “κόλπα”, για να διασφαλίσει ότι αυτές οι επιλογές είναι ενεργοποιημένες στα τηλέφωνα των χρηστών. Η εταιρεία, επίσης, δεν ενημερώνει, ξεκάθαρα, τους καταναλωτές, τι σημαίνει αυτή η πολιτική της. Επιπλέον, η Ένωση Καταναλωτών της Νορβηγίας δημιουργησε ένα πολύ ενδιαφέρον και ιδιαίτερο βίντεο για να ευαισθητοποιήσει τους καταναλωτές. Το βίντεο αυτό υποτιτλίστηκε στα Ελληνικά από το ΚΕ.Π.ΚΑ. και παρουσιάστηκε στη σελίδα του στο facebook.

Τα δεδομένα της τοποθεσίας μπορούν να αποκαλύψουν πολλές πληροφορίες για την προσωπική μας ζωή, καθώς οι μετακινήσεις μας “λένε πολλά” για εμάς (για παράδειγμα: αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις, εφόσον επισκεπτόμαστε ένα ναό, ή την κατάσταση της υγείας μας, εάν επισκεπτόμαστε ένα κέντρο θεραπείας καρκίνου). Αυτά τα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν, με πολλούς τρόπους, όπως για στοχευμένες διαφημίσεις, ή για προσωποποιημένες προσφορές και υπηρεσίες. Τα δεδομένα της τοποθεσίας, συχνά, συνδυάζονται με άλλα δεδομένα, όπως το ιστορικό πλοήγησης στο διαδίκτυο, τη δραστηριότητα στα κοινωνικά δίκτυα, το αρχείο των αγορών μας, τις προτιμήσεις μας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός πολύ λεπτομερούς καταναλωτικού προφίλ.

Το Νοέμβριο του 2018, οι καταγγελίες κατατέθηκαν στις αρμόδιες Αρχές Προστασίας Δεδομένων. 9 μήνες αργότερα (Ιούλιος 2019) η Ιρλανδική Αρχή ορίστηκε επικεφαλής της έρευνας, για τα παράπονα. 6 μήνες αργότερα (Φεβρουάριος 2020) η Αρχή ανακοίνωσε ότι ξεκινάει δική της έρευνα. Το ΚΕ.Π.ΚΑ. ενημέρωσε και πάλι τους καταναλωτές με σχετικό δελτίο τύπου. Εντύπωση και απορία προκάλεσε το γεγονός ότι η Αρχή θα κάνει δύο διαφορετικές έρευνες με το ίδιο αντικείμενο. Στη μια, οι Ενώσεις Καταναλωτών θα μπορούν να παρέμβουν, γιατί έχουν υποβάλλει παράπονα και στην άλλη όχι. Επιπλέον οι μέχρι τώρα καθυστερήσεις μας ανησυχούν πολύ.

Παρόμοιες υποθέσεις κατά της Google “τρέχουν” στις Η.Π.Α. και στην Αυστραλία. Επιπλέον το μέλος της BEUC, η Γαλλική Ένωση Καταναλωτών UFC – Que Choisir κατέθεσε συλλογική προσφυγή κατά της Google, στη Γαλλία, για τις πολιτικές εντοπισμού των χρηστών. Εν τω μεταξύ η Google συνεχίζει να συλλέγει τα δεδομένα για τη τοποθεσία δισεκατομμυρίων ανθρώπων και καμία Αρχή δεν της έχει αποδώσει την παραμικρή ευθύνη.

Δύο χρόνια πέρασαν και δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο εάν θα έχουμε κάποια απόφαση. Σύμφωνα με την Ιρλανδική Αρχή, στην απόφαση για τη δική της έρευνα θα περιλαμβάνεται και η απόφαση για τις καταγγελίες. Η τελική απόφαση θα πρέπει να ελεγχθεί από τις άλλες Αρχές Προστασίας Δεδομένων, που έλαβαν καταγγελίες.

Η υπόθεση της Google εγείρει ερωτηματικά, όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων. Πρέπει, επίσης, να αντιμετωπιστεί το ευρύτερο πρόβλημα της παρακολούθησης για εμπορικούς λόγους. Πρέπει να δημιουργηθεί ένα δίκαιο ψηφιακό περιβάλλον, όπου οι καταναλωτές θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν ψηφιακά προϊόντα και υπηρεσίες, χωρίς να θυσιάζουν τα δικαιώματά τους και χωρίς να εκτίθενται σε αθέμιτους επηρεασμούς και διακρίσεις.