Η Νέα Ευρωπαϊκή Νομοθεσία για τα τρόφιμα και η ανάλυση του όρου "ιχνηλασιμότητα"

Άρθρο του κ. Θωμά Μπίντση, Γεωπόνου, M.Sc., Ph.D., Μέλος ΚΕΠΚΑ Ν. Κοζάνης για το περιοδικό "Καταναλωτικά Βήματα" του ΚΕ.Π.ΚΑ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την υιοθέτηση της περίφημης Λευκής Βίβλου, για την ασφάλεια των τροφίμων, από τις 12 Ιανουαρίου 2000, έχει θέσει, ως βασικό σκοπό της, την ασφάλεια των τροφίμων και την προστασία της υγείας του καταναλωτή. Έτσι, προχώρησε τον Ιανουάριο του 2002, στην έγκριση του Κανονισμού 178/2002, ο οποίος καθορίζει τις γενικές αρχές της Νομοθεσίας, για την ασφάλεια των τροφίμων, καθιερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (European Food Safety Authority, EFSA) και καθορίζει τις γενικές διαδικασίες, με γνώμονα την προστασία της υγείας αλλά και των συμφερόντων των καταναλωτών, σε σχέση με τα τρόφιμα και τα αγροτικά προϊόντα. Όπως αναφέρεται, "η Νομοθεσία, για τα τρόφιμα, αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών και αποτελεί τη βάση, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να επιλέγουν, ενήμεροι, τα τρόφιμα, που καταναλώνουν" (Άρθρο 8). Αποσκοπεί, στην πρόληψη των εξής φαινομένων:

  • των δόλιων πρακτικών ή πρακτικών εξαπάτησης,
  • της νόθευσης των τροφίμων και
  • οποιωνδήποτε άλλων πρακτικών, που ενδέχεται να παραπλανήσουν τον καταναλωτή.

Για να συμβούν τα παραπάνω, γίνεται υποχρεωτική, με βάση τον Κανονισμό 178/2002, η ιχνηλασιμότητα (Άρθρο 18), η δυνατότητα δηλαδή, ανίχνευσης και παρακολούθησης του "ιστορικού" του προϊόντος και των συστατικών του, καθώς επίσης και της πορείας του, προς το ράφι του καταναλωτή. Τέλος, γίνεται ανάλυση του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης (Rapid Alert System for Food and Feed, RASFF), του συστήματος δηλαδή, που έχει καθιερωθεί, για την κοινοποίηση άμεσων ή έμμεσων κινδύνων, για την υγεία ανθρώπων και ζώων, που προέρχονται από τρόφιμα ή ζωοτροφές.

Πρόσφατα διατροφικά σκάνδαλα (σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια, διοξίνες, soudan 1 κ.α.) έχουν δείξει ότι η πλήρης "ταυτοποίηση" της προέλευσης των τροφίμων και των ζωοτροφών είναι ζωτικής σημασίας, για την προστασία του καταναλωτή. Ειδικότερα, με την ιχνηλασιμότητα, δίνεται η δυνατότητα, στους καταναλωτές, αλλά και στις αρμόδιες αρχές, να έχουν πρόσβαση, σε συγκεκριμένες πληροφορίες, που αφορούν τα συστατικά των τροφίμων. Επίσης, βοηθά, στη διεξαγωγή πιθανής ανάκλησης επικίνδυνων τροφίμων, η οποία γίνεται, με βάση πληροφορίες ακριβείς και σχετικές, με τα εμπλεκόμενα προϊόντα.

Η ιχνηλασιμότητα δεν καθιστά, από μόνη της, το τρόφιμο ασφαλές. Είναι ένα εργαλείο διαχείρισης κινδύνων και κρίσεων, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, για διερεύνηση και έλεγχο ενός προβλήματος ασφάλειας κάποιου τροφίμου.

Ιχνηλασιμότητα ή ανιχνευσιμότητα (traceability) ορίζεται, στον Κανονισμό 178/2002, ως "η δυνατότητα ανίχνευσης και παρακολούθησης τροφίμων, ζωοτροφών, ζώων, που χρησιμοποιούνται, για την παραγωγή τροφίμων ή ουσιών, που πρόκειται ή αναμένεται να ενσωματωθούν, σε τρόφιμα ή σε ζωοτροφές, σε όλα τα στάδια της παραγωγής, μεταποίησης και διανομής τους".

Στόχοι της διαδικασίας αυτής είναι:

  • η ασφάλεια των τροφίμων,
  • η δυνατότητα απομάκρυνσης επικίνδυνου τροφίμου, από την αγορά,
  • οι υγιείς κανόνες εμπορίου, η διαφάνεια και
  • η αξιοπιστία της πληροφορίας, που διαχέεται, στον καταναλωτή.

Με τη διαδικασία της ιχνηλασιμότητας περιορίζονται οι άσκοπες ανακλήσεις και αποσύρσεις, καθώς διευκολύνεται ο έλεγχος, από την πλευρά των μηχανισμών ελέγχου, έχοντας, ως αποτέλεσμα, τη διεξαγωγή αποσύρσεων και ανακλήσεων, που έχουν συγκεκριμένο στόχο. Έτσι, επιτυγχάνεται ο περιορισμός αδικαιολόγητων αρνητικών επιδράσεων, στο εμπόριο. Όσο πιο αποτελεσματικό είναι το σύστημα ιχνηλασιμότητας, σε μια επιχείρηση, τόσο πιο περιορισμένη και οικονομική θα είναι μια πιθανή απόσυρση, σε περίπτωση κρίσης.

Οι επιχειρήσεις τροφίμων οφείλουν:

  • να έχουν επαρκείς μηχανισμούς και διαδικασίες, για την ταυτοποίηση, από ποιόν προέρχεται (άμεσος προμηθευτής) και σε ποιόν καταλήγει ένα προϊόν (άμεσος πελάτης),
  • να διαθέτουν ενεργά συστήματα και διαδικασίες, που θα επιτρέπουν σχετικές πληροφορίες να δίνονται, στις αρμόδιες αρχές και φορείς, όταν ζητούνται.

Επειδή το μήκος της διατροφικής αλυσίδας, που πρέπει να καλυφθεί, είναι μεγάλο (από το χωράφι στο ράφι) χρησιμοποιείται η προσέγγιση "ένα στάδιο πίσω και ένα στάδιο μπροστά", ώστε να είναι δυνατόν να ταυτοποιηθεί ο άμεσος προμηθευτής αλλά και ο άμεσος πελάτης, ακόμη και αν αυτός είναι ο διανομέας ή άλλος πωλητής. Είναι λογικό ότι η επιχείρηση δεν οφείλει να ταυτοποιήσει τον επόμενο πελάτη, όταν είναι ο ίδιος ο καταναλωτής. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 178/2002, η επιχείρηση θα πρέπει να είναι ικανή να ταυτοποιήσει όλους τους άμεσους προμηθευτές της, από τους οποίους προμηθεύεται πρώτες ύλες ή τρόφιμα και σε αυτούς περιλαμβάνονται είτε επιχειρήσεις, είτε μεμονωμένοι παραγωγοί, ακόμη και κάποιος κυνηγός ή συλλέκτης μανιταριών.

Ποια συστατικά - προϊόντα περιλαμβάνει;
Η διαδικασία περιλαμβάνει οποιαδήποτε συστατικά αναφέρονται, στην επισήμανση του τροφίμου ή της ζωοτροφής, και φυσικά όλα τα προϊόντα της επιχείρησης. Δεν περιλαμβάνει κτηνιατρικά φάρμακα, φυτοφάρμακα και λιπάσματα, τα οποία καλύπτονται, από άλλες εξειδικευμένες Νομοθεσίες, οι οποίες θέτουν πολύ πιο αυστηρές απαιτήσεις σχετικά, με την ιχνηλασιμότητα.

Για παράδειγμα, μπορεί να συμπεριλάβει σπόρους, όταν αποτελούν συστατικά μιας ζωοτροφής, αλλά δεν συμπεριλαμβάνει τον σπόρο, που χρησιμοποιείται, κατά τη σπορά μιας καλλιέργειας. Με τον Κανονισμό 852/2004, γίνεται συσχέτιση των τροφίμων, με κτηνιατρικά φάρμακα και φυτοπροστατευτικές ουσίες. Υλικά συσκευασίας δεν περιλαμβάνονται, καθώς καλύπτονται, από άλλους Κανονισμούς (π.χ. Κανονισμός 1935/2004).

Είναι σημαντικό, επίσης, να υπάρχει εσωτερική ιχνηλασιμότητα, μέσα σε μια επιχείρηση, η οποία θα βοηθήσει να γίνεται ακριβής και στοχευόμενη διαδικασία πλήρους ανάκλησης, αποφεύγοντας, έτσι, άσκοπες επεμβάσεις. Κάθε επιχείρηση, ανάλογα με τη δραστηριότητά της, θα πρέπει να διαθέτει μια διαδικασία ιχνηλασιμότητας, η οποία θα περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα συστατικά, (ιχνηλασιμότητα προς τα πίσω), και τους προμηθευτές τους αλλά και τους άμεσους πελάτες (ιχνηλασιμότητα προς τα εμπρός). Π.χ. ένα τυροκομείο, οφείλει να συμπεριλάβει, στη διαδικασία ιχνηλασιμότητας των συστατικών, εκτός από το γάλα και την πυτιά, το αλάτι αλλά και την καλλιέργεια και πιθανώς το χλωριούχο ασβέστιο, όταν χρησιμοποιείται. Δεν είναι υποχρεωμένη να περιλαμβάνει τις ζωοτροφές, που έχει δώσει ο κτηνοτρόφος, οι οποίες θα πρέπει να περιλαμβάνονται, στο αντίστοιχο σύστημα του παραγωγού - κτηνοτρόφου.

Πληροφορίες, που πρέπει να περιλαμβάνει η διαδικασία είναι:

1. όνομα, διεύθυνση του προμηθευτή και φύση του προϊόντος,
2. όνομα, διεύθυνση του πελάτη και φύση του προϊόντος,
3. ημερομηνία της παραλαβής / διανομής.
4. όγκος και ποσότητα,
5. κωδικός ή νούμερο παρτίδας και
6. μια σύντομη περιγραφή του προϊόντος (π.χ. είδος συσκευασίας, αν είναι νωπό ή επεξεργασμένο κ.λπ.).

Όσον αφορά το χρόνο διατήρησης των αρχείων, γενικά, είναι αποδεκτή η διάρκεια των 5 ετών. Για προϊόντα, που δεν έχουν καθορισμένη διάρκεια ζωής (π.χ. τα κρασιά), ισχύει ο γενικός κανόνας των 5 ετών, ενώ για προϊόντα, με διάρκεια ζωής μεγαλύτερη από 5 έτη, τα αρχεία θα πρέπει να κρατούνται, για χρονικό διάστημα ίσο με τη διάρκεια ζωής, συν 6 μήνες. Τέλος, για προϊόντα, με μικρή διάρκεια ζωής, μικρότερη από 3 μήνες, ή που δεν έχουν συγκεκριμένη διάρκεια (π.χ. φρούτα και λαχανικά), τα αρχεία θα πρέπει να διατηρούνται, για τουλάχιστο 6 μήνες, μετά την παραγωγή ή τη διανομή τους.

Ποια είναι τα κριτήρια, για τη διεξαγωγή ανάκλησης; Η ανάκληση γίνεται, όταν θεωρείται, από την επιχείρηση ότι το τρόφιμο ή η ζωοτροφή δεν ανταποκρίνεται, στις απαιτήσεις της ασφάλειας. Απαιτείται να είναι δυνατή, σε οποιοδήποτε στάδιο της τροφικής αλυσίδας, όταν το τρόφιμο βρίσκεται, στην αγορά ή έχει φύγει, από τον άμεσο έλεγχο της επιχείρησης, που το παρήγαγε και όχι μόνο στο στάδιο της διανομής, στον πελάτη. Πρέπει να γίνεται όταν:

  • δε συμμορφώνεται με τους ειδικούς Κανονισμούς της Νομοθεσίας (Κοινοτικής ή Εθνικής) για την ασφάλεια,
  • συμμορφώνεται με την Νομοθεσία, αλλά υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι, που μπορεί να θεωρηθεί επικίνδυνο (π.χ. επιμόλυνση με παθογόνα βακτήρια ή με ξένες ύλες),
  • νέα επιστημονικά δεδομένα έχουν προκύψει, για κάποια ουσία, που δεν καλύπτονται, από την υπάρχουσα Νομοθεσία.

Η επιχείρηση οφείλει να ειδοποιήσει τις αρμόδιες αρχές. Τότε είναι ευθύνη του εθνικού φορέα να ενεργοποιήσει το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, που είναι γνωστό ως RASFF (Rapid Alert System for Food and Feed). Με τον Κανονισμό 178/2002, λοιπόν, συστήνεται ένα δίκτυο, για την κοινοποίηση άμεσων ή έμμεσων κινδύνων, για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων που προέρχονται από τρόφιμα ή ζωοτροφές. Σε αυτό, συμμετέχουν τα κράτη μέλη, η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων. Όταν ένα μέλος του δικτύου διαθέτει οποιαδήποτε πληροφορία, σχετικά με την ύπαρξη σοβαρού άμεσου ή έμμεσου κινδύνου, για την υγεία του καταναλωτή, κοινοποιεί, αμέσως, την πληροφορία αυτή, στην Επιτροπή, μέσω του συστήματος RASFF, και η Επιτροπή διαβιβάζει, αμέσως, την εν λόγω πληροφορία, στα μέλη του δικτύου.

Σκοπός του συστήματος RASFF είναι να παρέχει, στους εμπλεκόμενους φορείς, ένα αποτελεσματικό εργαλείο, για σημαντικές πληροφορίες, σχετικά με μέτρα ελέγχου, που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων.

Καταναλωτικά Βήματα - Τεύχος Ιουνίου - Ιουλίου 2006