Επιδημιολογία - Παθογενετικοί Μηχανισμοί

fo_036.jpgΓίνεται δεκτό σήμερα στη βιβλιογραφία ότι η διατροφή, το είδος της διατροφής, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την καρκινογένεση στον άνθρωπο. Υπολογίζεται από πολλούς ότι το 30% και πλέον των περιπτώσεων καρκίνου στον άνθρωπο οφείλονται στην παρέμβαση στοιχείων της διατροφής στα διάφορα στάδια της δημιουργίας και εξέλιξης της νεοπλασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η δίαιτα εμπλέκεται στην ανάπτυξη των πιο συχνών μορφών καρκίνου: οισοφάγου, στομάχου, εντέρου, προστάτη, μαστού κ. ά.


Γίνεται δεκτό σήμερα στη βιβλιογραφία ότι η διατροφή, το είδος της διατροφής, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την καρκινογένεση στον άνθρωπο. Υπολογίζεται από πολλούς ότι το 30% και πλέον των περιπτώσεων καρκίνου στον άνθρωπο οφείλονται στην παρέμβαση στοιχείων της διατροφής στα διάφορα στάδια της δημιουργίας και εξέλιξης της νεοπλασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η δίαιτα εμπλέκεται στην ανάπτυξη των πιο συχνών μορφών καρκίνου: οισοφάγου, στομάχου, εντέρου, προστάτη, μαστού κ. ά.

Η θέση αυτή της βιβλιογραφίας, της σχέσης δηλαδή της νόσου προς το είδος της διατροφής, στηρίζεται τόσο σε πειστικά πειραματικά ευρήματα όσο και σε επιδημιολογικές παρατηρήσεις. Σε πειραματόζωα τροφή πλούσια σε λίπη και κυρίως πολυακόρεστα, οδηγεί στην εκδήλωση νεοπλασμάτων σε διάφορα όργανα.

Ανάλογες παρατηρήσεις έχουν γίνει και στον άνθρωπο. Είναι χαρακτηριστική π. χ. η διαφορά στη συχνότητα του καρκίνου του εντέρου σε περιοχές της γης που χαρακτηρίζονται κυρίως από τη διαφορά στο είδος της διατροφής: Χαρακτηριστική είναι η εκδήλωση, σε μετανάστες, μορφών καρκίνου, σε συχνότητα πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη στη χώρα τους. Σχετικό παράδειγμα η μεγάλη αύξηση της συχνότητας του καρκίνου του μαστού σε γυναίκες της Ιαπωνίας, που ζουν στις ΗΠΑ λόγω (όπως υποστηρίζεται) της αλλαγής του είδους της διατροφής (αύξηση των λιπαρών).

Πέραν όμως της συμμετοχής της "ευθύνης της διατροφής στην πρόκληση της νόσου", γίνεται δεκτό ότι η "σωστή" δίαιτα μπορεί να λειτουργήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση, να δράσει δηλαδή προφυλακτικά και να μειώσει τη συχνότητα της νόσου.

Γι αυτό και τα βασικά συμπεράσματα στηρίζονται, όπως αναφέρθηκε στις διαφορές της συχνότητας της νόσου σε διαφορετικές περιοχές της γης με διαφορετικές διατροφικές συνήθειες ή ακόμη και σε ομάδες πληθυσμού, που άλλαξαν ουσιαστικά τις συνήθειες αυτές, για ειδικούς λόγους (πχ. σε μετανάστες).

Οπωσδήποτε με βάση τις πειραματικές κυρίως αλλά και τις επιδημιολογικές παρατηρήσεις ως διαιτητικά καρκινογόνα γνωρίζονται στη βιβλιογραφία οι αφλατοξίνες, (σε σάπια τρόφιμα), οι ετεροκυκλικές αμίνες (από κρέας ψημένο σε υψηλή θερμοκρασία), οι νιτροζοαμίνες (από "χαλασμένα τρόφιμα" αλλά και ενδογενή παραγωγή), οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (από ψημένες τροφές ). Σ' αυτά θα πρέπει να προστεθούν το είδος της διατροφής (σχέση λίπους , πρωτεϊνών και υδατανθράκων) και η παρουσία πρόσθετων ουσιών (μεταξύ των οποίων θα πρέπει να περιληφθούν και τα φυτοφάρμακα).

  • Από την άλλη πλευρά δίαιτα πλούσια σε λαχανικά και φρούτα, χάρη στην παρουσία βιταμινών, καροτενίων κ.ά. που ασκούν αντιοξειδωτική δράση, λειτουργεί προφυλακτικά, περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης της νόσου. Και είναι ενδιαφέρον ότι η δίαιτα μπορεί να παρέμβει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση δρώντας σε όλα τα στάδια της καρκινογένεσης: της "εκκίνησης" (επίδραση του εξωγενούς ή του ενδογενούς παράγοντα σε κυτταρικά στοιχεία και κυρίως το DΝΑ),
  • της διόρθωσης της βλάβης (θάνατος του κυττάρου ή παραμονή ανώμαλου κλώνου)
  • της εξέλιξης του ανώμαλου κλώνου τοπικά
  • της αύξησης του όγκου και της διασποράς του.

Ικανός αριθμός προγραμματισμένων σχετικών μελετών σε πειραματικό και επιδημιολογικό επίπεδο επιχειρείται σήμερα για τον ασφαλέστερο προσδιορισμό της "κακής" και "καλής" δίαιτας , λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος του προβλήματος.

Η γνώση, η βέβαιη πια γνώση της σχέσης αυτής, - διατροφής και καρκίνου - υπογραμμίζει την ευθύνη όλων των εμπλεκομένων, φορέων αλλά και ατόμων, προς το πρόβλημα, διότι υποδεικνύει τη δυνατότητα πρόληψης της νόσου με την κατάλληλη παρέμβαση. Υποστηρίζεται πράγματι στη βιβλιογραφία ότι η "κατάλληλη" δίαιτα είναι δυνατό να οδηγήσει σε μείωση της συχνότητας του καρκίνου κατά το ένα τρίτο.

Βέβαια, και αυτό είναι εύκολα κατανοητό, η όποια, σχετική, παρέμβαση προϋποθέτει τη γνώση της σχέσης της διατροφής προς τον καρκίνο, τον τρόπο δηλ. με τον οποίο το είδος της διατροφής επηρεάζει την καρκινογένεση προς τη μία ή την άλλη πλευρά (την πρόκληση της νόσου ή τον περιορισμό της).

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η απάντηση στο πρόβλημα αυτό συναντά πολλές δυσκολίες. Τα ευρήματα στα πειραματόζωα , μολονότι πειστικά, δεν μπορούν να μεταφερθούν στον άνθρωπο, διότι πέραν των άλλων, οι σχετικές παρατηρήσεις στηρίζονται στη χορήγηση στα ζώα συγκεκριμένης τροφής, γνωστής περιεκτικότητας σε μακρό και μικροδιατροφικά στοιχεία.

Στον άνθρωπο , όπως είναι φανερό, η παράμετρος αυτή, η τόσο σημαντική, δεν μπορεί να εξασφαλισθεί. Το είδος της τροφής, ο τρόπος παρασκευής, η παρουσία πρόσθετων ουσιών (χημικών κ.ά) διαφέρουν τόσο πολύ από τόπο σε τόπο αλλά και στις ίδιες κοινωνικές ομάδες, που καθιστούν την επιδημιολογική εκτίμηση πράγματι δύσκολη. Και θα πρέπει να προστεθούν και άλλοι παράγοντες , με καρκινογόνο δράση, διαφορετικοί σε κάθε περιοχή, που θα πρέπει να προσμετρηθούν - αν είναι δυνατό - στην προσπάθεια για την εκτίμηση της σημασίας της διατροφής . Και θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι την επίλυση του προβλήματος δυσχεραίνει και η μεγάλη διάρκεια της εξέλιξης της νόσου, που αγγίζει και δεκαετίες, μέχρι την κλινική της εκδήλωση, που είναι προς το παρόν και το πρώτο μετρήσιμο μέγεθος.

Tα σχετικά συμπεράσματα θα πρέπει με πολλή φροντίδα να παρακολουθούν οι υπεύθυνοι φορείς και ιδιαίτερα οι ταγμένοι στην "προστασία των Καταναλωτών" και να δημοσιοποιούν έγκαιρα.

Ζαχαρίας Σινάκος, Ομ. Καθηγητής Ιατρικής Α.Π.Θ.

Καταναλωτικά Βήματα - Τεύχος Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2001